31984L0450


Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 250 της 19/09/1984 σ. 0017 - 0020
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 15 τόμος 4 σ. 0211
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 15 τόμος 5 σ. 0055
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 15 τόμος 4 σ. 0211
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 15 τόμος 5 σ. 0055

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 10ης Σεπτεμβρίου 1984 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση
(84/450/ΕΟΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 100,
την πρόταση της Επιτροπής (1),
τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2),
τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3),
Εκτιμώντας:
ότι οι ισχύουσες στα κράτη μέλη νομοθεσίες για την παραπλανητική διαφήμιση διαφέρουν πολύ μεταξύ τους· ότι η διαφήμιση εκτείνεται και πέρα από τα σύνορα των κρατών μελών και έχει, συνεπώς, άμεσες επιπτώσεις στη δημιουργία και τη λειτουργία της κοινής αγοράς·
ότι η παραπλανητική διαφήμιση μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μέσα στην κοινή αγορά·
ότι η διαφήμιση, είτε καταλήγει στη σύναψη σύμβασης είτε όχι, επιδρά στην οικονομική κατάσταση των καταναλωτών·
ότι η παραπλανητική διαφήμιση μπορεί να οδηγήσει τον καταναλωτή στη λήψη επιβλαβών για τον εαυτό του αποφάσεων, είτε πρόκειται για απόκτηση αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων, είτε για χρησιμοποίηση υπηρεσιών, και ότι οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών όχι μόνο συνεπάγονται, σε πολλές περιπτώσεις, άνισο βαθμό προστασίας των καταναλωτών, αλλά και εμποδίζουν την πραγματοποίηση διαφημιστικής εκστρατείας πέρα από τα εθνικά σύνορα και θίγουν, επομένως, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών·
ότι το δεύτερο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για πολιτική προστασίας και ενημερώσεως των καταναλωτών (4) προβλέπει την ανάληψη της κατάλληλης δράσης για την προστασία των καταναλωτών από την παραπλανητική και αθέμιτη διαφήμιση·
ότι είναι προς το συμφέρον του κοινού γενικά, των καταναλωτών καθώς και όλων αυτών οι οποίοι ασκούν μέσα στην κοινή αγορά εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή επαγγελματική διαστηριότητα με όρους ανταγωνισμού, να εναρμονιστούν, σε πρώτο στάδιο, οι εθνικές διατάξεις κατά της παραπλανητικής διαφήμισης και, σε δεύτερο στάδιο, να ρυθμιστεί το ζήτημα της συγκριτικής διαφήμισης, με βάση κατάλληλες προτάσεις της Επιτροπής·
ότι θα έπρεπε, για το σκοπό αυτό, να οριστούν τα ελάχιστα και αντικειμενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της παραπλανητικής διαφήμισης·
ότι οι νομοθετικές διατάξεις που οφείλουν να θεσπίσουν τα κράτη μέλη κατά της παραπλανητικής διαφήμισης πρέπει να είναι κατάλληλες και αποτελεσματικές·
ότι τα πρόσωπα ή οι οργανώσεις που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, έννομο συμφέρον πρέπει να έχουν την ευχέρεια να προσφεύγουν κατά της παραπλανητικής διαφήμισης είτε ενώπιον δικαστηρίου είτε ενώπιον διοικητικού οργάνου, αρμόδιων να αποφασίζουν σχετικά με τις προσφυγές αυτές ή να κινούν τις κατάλληλες νόμιμες διαδικασίες·
ότι θα έπρεπε να εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίζει αν πρέπει τα δικαστήρια ή τα διοικητικά όργανα να έχουν το δικαίωμα να απαιτούν να έχει γίνει προηγουμένως προσφυγή σε άλλα υπάρχοντα μέσα διακανονισμού της διαφοράς·
ότι τα δικαστήρια ή τα διοικητικά όργανα πρέπει να έχουν τις απαραίτητες εξουσίες, ώστε να μπορούν να διατάζουν ή να επιτυγχάνουν την παύση της παραπλανητικής διαφήμισης·
ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι ενδεδειγμένο να απαγορευτεί μια παραπλανητική διαφήμιση πριν ακόμα περιέλθει σε γνώση του κοινού· ότι αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν κανόνες που θα προβλέπουν συστηματικό προληπτικό έλεγχο της διαφήμισης·
ότι πρέπει να προβλεφθούν ταχείες διαδικασίες ώστε να είναι δυνατό να λαμβάνονται μέτρα με προσωρινή ή οριστική ισχύ·
ότι μπορεί να είναι επιθυμητό να διαταχθεί η δημοσίευση αποφάσεων των δικαστηρίων ή των διοικητικών οργάνων ή επανορθωτικών δηλώσεων, ώστε να εξαλειφθούν τα εναπομένοντα αποτελέσματα της παραπλανητικής διαφήμισης·
ότι τα διοικητικά όργανα πρέπει να είναι αμερόληπτα και η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο·
ότι με τους εκούσιους ελέγχους που ασκούνται από αυτόνομους οργανισμούς για την εξάλειψη της παραπλανητικής διαφήμισης μπορεί να αποφευχθεί η προσφυγή σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες και ότι, επομένως, οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να ενθαρρυνθούν·
ότι ο διαφημιζόμενος πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει, με τα κατάλληλα μέσα, την αντικειμενική ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που περιέχονται στη διαφήμισή του και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να υποχρεωθεί να το κάνει, μετά από αίτηση του δικαστηρίου ή του διοικητικού οργάνου·
ότι η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1
Η παρούσα οδηγία σκοπό έχει την προστασία των καταναλωτών και των προσώπων που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και των συμφερόντων του κοινού, γενικά, από την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες συνέπειές της.
Άρθρο 2
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοείται ως:
1. «διαφήμιση»: κάθε ανακοίνωση που γίνεται στα πλαίσια εμπορικής, βομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, με στόχο την προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιών, συμεριλαμβανομένων των ακινήτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσων·
2. «παραπλανητική διαφήμιση»: κάθε διαφήμιση που με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων τη γνώση περιέχεται και που, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή·
3. «πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Άρθρο 3
Προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια διαφήμιση είναι παραπλανητική, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της, και ιδίως οι ενδείξεις της σχετικά με:
α) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αγαθών ή υπηρεσιών, όπως διαθεσιμότητα, φύση, εκτέλεση, σύνθεση, μέθοδος και ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, καταλληλότητα, χρήσεις, ποσότητα, προδιαγραφές, γεωγραφική καταγωγή ή εμπορική προέλευση ή τα αναμενόμενα από τη χρήση τους αποτελέσματα, ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων των αγαθών ή των υπηρεσιών·
β) την τιμή ή τον τρόπο διαμόρφωσής της, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες·
γ) την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του διαφημιζόμενου, όπως, π.χ., η ταυτότητα και η περιουσία του, οι ικανότητες και η κατοχή δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, ή τα βραβεία και οι διακρίσεις του.
Άρθρο 4
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για τον έλεγχο της παραπλανητικής διαφήμισης προς το συμφέρον τόσο των καταναλωτών όσο και των ανταγωνιστών και γενικότερα του κοινού. Τα μέσα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν νομικές διατάξεις οι οποίες θα δίνουν το δικαίωμα σε πρόσωπα ή οργανώσεις που σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία έχουν νόμιμο δικαίωμα να απαγορευθεί η παραπλανητική διαφήμιση:
α) να προσβάλλουν δικαστικά την εν λόγω διαφήμιση, ή/και
β) να φέρουν τη διαφήμιση αυτή ενώπιον διοικητικού οργάνου αρμόδιου είτε να αποφασίσει σχετικά με τις προσφυγές είτε να κινήσει τις κατάλληλες νόμιμες διαδικασίες.
Το κάθε κράτος μέλος αποφασίζει το ίδιο ποια από τις παραπάνω διαδικασίες θα ισχύσει και αν θα πρέπει το δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο να έχει το δικαίωμα να απαιτήσει, προτού επιληφθεί της υποθέσεως, να έχει γίνει προηγουμένως προσφυγή σε άλλα υπάρχοντα μέσα διακανονισμού της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένων και των αναφερομένων στο άρθρο 5.
2. Στα πλαίσια των νομικών διατάξεων της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη παρέχουν στα δικαστήρια ή τα διοικητικά όργανα εξουσίες οι οποίες τους επιτρέπουν, στην περίπτωση που κρίνουν τα μέτρα αυτά αναγκαία για την προστασία όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων και ιδιαίτερα του γενικού συμφέροντος:
- να διατάζουν την παύση της παραπλανητικής διαφήμισης ή να κινούν τς κατάλληλες νόμιμες διαδικασίες προκειμένου να διαταχθεί η παύση αυτής της διαφήμισης, ή
- στην περίπτωση που η παραπλανητική διαφήμιση δεν έχει ακόμη περιέλθει σε γνώση του κοινού, επίκειται όμως η δημοσίευσή της, να την απαγορεύουν ή να κινούν την οικεία διαδικασία απαγόρευσης της εν λόγω διαφήμισης,
έστω και αν δεν αποδεικνύεται ζημία ή πραγματική βλάβη, ούτε δόλος ή αμέλεια εκ μέρους του διαφημιζόμενου.
Τα κράτη μέλη προβλέπουν, επιπλέον, ότι τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να ληφθούν στα πλαίσια της ταχείας διαδικασίας:
- είτε με προσωρινή ισχύ,
- είτε με οριστική ισχύ,
ενώ εννοείται ότι ανάγεται στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους να επιλέξει μεταξύ των δύο αυτών λύσεων.
Επιπλέον, προκειμένου να εξαλειφθούν τα εναπομένοντα αποτελέσματα μιας παραπλανητικής διαφήμισης, η παύση της οποίας έχει διαταχθεί με οριστική απόφαση, τα κράτη μέλη μπορούν να απονέμουν στα δικαστήρια ή τα διοικητικά όργανα εξουσίες οι οποίες τους επιτρέπουν:
- να απαιτούν τη δημοσίευση ολόκληρης της απόφασης ή μέρους της, με την μορφή που κρίνουν κατάλληλη,
- να απαιτούν, επιπλέον, τη δημοσίευση της επανορθωτικής δήλωσης.
3. Τα διοικητικά όργανα, τα οποία προβλέπονται στην παράγραφο 1, πρέπει:
α) να έχουν τέτοια σύνθεση ώστε να μη γεννώνται αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία τους·
β) να έχουν επαρκείς εξουσίες όταν αποφαίνονται σχετικά με τις προσφυγές ώστε να ασκούν εποπτεία και να επιβάλλουν την τήρηση των αποφάσεών τους με αποτελεσματικό τρόπο·
γ) κατ' αρχήν, να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους.
Εφόσον οι εξουσίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 ασκούνται αποκλειστικά από διοικητικό όργανο, οι αποφάσεις του πρέπει πάντοτε να είναι αιτιολογημένες. Ακόμη, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να θεσπιστούν διαδικασίες με τις οποίες θα είναι δυνατό να προσβληθεί δικαστικά κάθε καταχρηστική ή αδικαιολόγητη άσκηση των εξουσιών του διοικητικού οργάνου ή κάθε καταχρηστική ή αδικαιολόγητη παράλειψη άσκησης των εξουσιών αυτών.
Άρθρο 5
Η παρούσα οδηγία δεν αποκλείει τον εκούσιο έλεγχο της παραπλανητικής διαφήμισης από αυτόνομους οργανισμούς. Δεν αποκλείεται, επίσης, η προσφυγή των προσώπων ή των οργανώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 4 σε οργανισμούς αυτού του είδους, εφόσον υπάρχουν και άλλες διαδικασίες που μπορούν να κινηθούν ενώπιόν τους εκτός των δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο αυτό.
Άρθρο 6
Τα κράτη μέλη παρέχουν στα δικαστήρια ή στα διοικητικά όργανα τις κατάλληλες αρμοδιότητες που τους επιτρέπουν, κατά τη διάρκεια αστικής ή διοικητικής διαδικασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4:
α) να απαιτούν να προσκομίζει ο διαφημιζόμενος αποδείξεις για την αντικειμενική ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που περιέχονται στη διαφήμιση, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση για την προστασία των νόμιμων συμφερόντων του διαφημιζόμενου και των λοιπών μερών που συμμετέχουν στη διαδικασία·
β) να θεωρούν ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στη διαφήμιση, εφόσον οι αποδείξεις που ζητούνται σύμφωνα με το στοιχείο α) δεν προσκομιστούν ή δεν αρκούν για να πεισθεί το δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο.
Άρθρο 7
Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα. Άρθρο 8
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο την 1η Οκτωβρίου 1986. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου, τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 9
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες, 10 Σεπτεμβρίου 1984.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
P. O'TOOLE
(1) ΕΕ αριθ. C 70 της 21. 3. 1978, σ. 4.
(2) ΕΕ αριθ. C 140 της 5. 6. 1979, σ. 23.
(3) ΕΕ αριθ. C 171 της 9. 7. 1979, σ. 43.
(4) ΕΕ αριθ. C 133 της 3. 6. 1981, σ. 1.